Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Το παρόν νομοσχέδιο προτείνει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και ανάπτυξης των πανεπιστημίων σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τη χώρα.
Η Σύνοδος Πρυτάνεων και το σύνολο των Πανεπιστημίων έχουν τονίσει κατ’ επανάληψη ότι το Πανεπιστήμιο χρειάζεται σήμερα σημαντικές αλλαγές, εκσυγχρονισμό των δομών του, οικονομική υποστήριξη, εξορθολογισμό της λειτουργίας του, άνοιγμα στην κοινωνία και στην οικονομία, διεθνοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, ποιότητα, αξιολόγηση και αριστεία στην παραγόμενη γνώση και έρευνα, και συνεχή διεκδίκηση ορατής θέσης στις διεθνείς ακαδημαϊκές κατατάξεις.
Επίσης, έχουν συνομολογήσει ότι το σημερινό ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο αντανακλά σε ένα βαθμό τις παθογένειες της λειτουργίας του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας, δηλαδή παρουσιάζει σημάδια αναποτελεσματικότητας που ακυρώνουν σε ένα βαθμό την αποστολή του, πάσχει από υποχρηματοδότηση και έλλειψη οργανωμένου στρατηγικού σχεδιασμού.
Ταυτόχρονα, το ελληνικό Πανεπιστήμιο είναι αυτό που παράγει το 75% του συνολικού ερευνητικού προϊόντος στην Ελλάδα και μάλιστα χωρίς κρατική χρηματοδότηση τα τελευταία χρόνια, είναι αυτό που μορφώνει τους νέους επιστήμονες, έχει στις τάξεις του καθηγητές με ιδιαίτερη διεθνή αναγνώριση και με ίδιες δυνάμεις κατακτά διεθνείς διακρίσεις (Το ΕΜΠ είναι δέκατο στην κατάταξη των ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων)
Η Σύνοδος των Πρυτάνεων και τα Πανεπιστήμια έχουν καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για την αναγκαία-όπως πιστεύουμε- μεταρρύθμιση, οι οποίες όμως θωρακίζουν και δεν αποδομούν τον δημόσιο και ακαδημαϊκό χαρακτήρα του και έχουν ως στόχο την ενίσχυση της αυτοτέλειας, της δημοκρατίας, της διαφάνειας της αξιολόγησης και της ανάπτυξης για τα Ιδρύματα.
Οι προτάσεις αυτές ουδέποτε ελήφθησαν σοβαρά υπόψη κατά τη σύνταξη του παρόντος νομοσχεδίου.
Τοποθετούμαστε, επομένως σήμερα, στις προτεινόμενες διατάξεις εκφράζοντας, στο σύντομο χρόνο που μας παρέχεται, τις κυριότερες ενστάσεις μας.
1. Ως προς την Ακαδημαϊκή Διάρθρωση των ΑΕΙ
- Στο Άρθρο 1, παρ. 3δεν κατανοούμε γιατί ορίζεται ότι τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ λειτουργούν «παράλληλα», αντικαθιστώντας την παλαιότερη διατύπωση του 1268/1862 ότι «λειτουργούν συμπληρωματικά». Η «παράλληλη» λειτουργία ενέχει τον κίνδυνο πλήρους αποσύνδεσης των δύο τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης, σε μία περίοδο κατά την οποία απαιτείται η «συμπληρωματικότητα» τουλάχιστον σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού και εξορθολογισμού της κατανομής των διαθέσιμων πόρων.
- Περί Σχολών και Τμημάτων
Έχουμε τοποθετηθεί υπέρ της διοικητικής και ακαδημαϊκής αναβάθμισης των Σχολών.
Το σχήμα όμως που προτείνεται δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει να λειτουργήσει με την αναστροφή των ρόλων Τμημάτων και Σχολών σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση. Εάν θέλουμε να αποτελέσει η Σχολή τη βασική ακαδημαϊκή μονάδα, τότε δύο πράγματα πρέπει να διασφαλιστούν:
Το πρώτο είναι να διατηρηθεί η οντότητα του Τμήματος (έστω και χωρίς να συνιστά πλέον τη βασική ακαδημαϊκή μονάδα αλλά μια ακαδημαϊκή μονάδα βάσης) το οποίο θα αποτελεί το πεδίο παράλληλης άσκησης των δύο βασικών λειτουργιών του Πανεπιστημίου της εκπαίδευσης και έρευνας, σε μία συγκεκριμένη γνωστική/επιστημονική περιοχή (study/scientific field).
Το δεύτερο είναι να αποσαφηνίζεται η φυσιογνωμία της Σχολής και ο ρόλος που της αναγνωρίζει το ίδιο το Σχέδιο Νόμου.
Το Άρθρο 7, παρ. 1 αναφέρει ότι «Η Σχολή καλύπτει μια ενότητα συγγενών επιστημονικών κλάδων και εξασφαλίζει τη διεπιστημονική προσέγγιση, τη μεταξύ τους επικοινωνία και τον αναγκαίο για τη διδασκαλία και την έρευνα συντονισμό τους» ( Η αντίστοιχη διατύπωση του Ν. 1268/1982 ήταν διαφορετική: «Οι Σχολές καλύπτουν ένα σύνολο συγγενών επιστημών»).
Πρέπει να διευκρινιστεί τι εννοεί το ΣΝ με τον όρο «επιστημονικός κλάδος» και τη διαφορά του από το «σύνολο συγγενών επιστημών» όπως ισχύει σήμερα. Είναι βέβαιο ότι μεγάλα Τμήματα σήμερα (Νομική, Ιατρική, Οικονομικά Τμήματα) σε όλα τα Πανεπιστήμια θα διεκδικήσουν τη μετατροπή τους σε μονοτμηματικές Σχολές και έτσι θα καταργηθεί ab initio και στην πράξη η διεπιστημονική προσέγγιση.
Αντίθετα, άλλα θα διεκδικήσουν τη διατήρησή τους ως Τμήματα (Μαθηματικό, Χημικό, Ελληνικής Φιλολογίας) με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο που οδηγεί σε συγκεκριμένο Πτυχίο.
-Επίσης στο Άρθρο 7, παρ. 2, ο ορισμός του Τμήματος ως «συνόλου καθηγητών μίας Σχολής που διδάσκουν σε ένα πρόγραμμα Σπουδών» αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία με πολλαπλά αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα και αξία των Σπουδών. Αυτού του είδους το Τμήμα αποσυνδέεται από συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, άρα και από το οικείο περιεχόμενο σπουδών που οδηγεί σε συγκεκριμένο πτυχίο, και ρευστοποιεί οποιαδήποτε επιστημονική αναφορά και σχέση του προπτυχιακού με το μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών. Τα departmentsείναι διεθνώς αναγνωρίσιμη και αναγνωρισμένη ακαδημαϊκή μονάδα βάσης, η οποία παραπέμπει σε ένα επιστημονικό και γνωστικό πεδίο. Όταν μετατρέπονται σε «σύνολα καθηγητών», καταργείται αμέσως η δυνατότητα διεθνούς αναγνώρισής τους σε επιστημονικό επίπεδο και συρρικνώνονται οι ερευνητικές και ακαδημαϊκές προοπτικές τους (σύνδεση με μεταπτυχιακά, διατριβές, διεθνοποίηση). Αυτό θα έχει άμεσες και αρνητικές συνέπειες στην ακαδημαϊκή διάρθρωση και διεθνοποίηση των Ιδρυμάτων. Τέλος, από ακαδημαϊκής άποψης δεν υπάρχει διεθνώς το μόρφωμα «σύνολο καθηγητών», αλλά αντίθετα υφίστανται επιστημονικά πεδία που θεραπεύονται από τα γνωστικά αντικείμενα των καθηγητών. Προτείνουμε να διατηρηθεί η οντότητα του Τμήματος ως ακαδημαϊκή μονάδα που αναφέρεται σε συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο και περιεχόμενο σπουδών.
2. Ως προς την Διοικητική Διάρθρωση των ΑΕΙ
-Για το Άρθρο 8, σχετικά με τα Όργανα του Ιδρύματος, θα επαναλάβω συνοπτικά τις θέσεις της Συνόδου και των Πανεπιστημίων και κατά τα λοιπά παραπέμπω στις ενστάσεις αντισυνταγματικότητας της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, τις οποίες έχουμε αποστείλει ηλεκτρονικά σε όλους τους βουλευτές της Επιτροπής.
*Η πρώτη παρατήρησή μου αφορά στο ρόλο και τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου. Στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι «Οι κύριες αρμοδιότητες του Συμβουλίου είναι ελεγκτικές και εγκριτικές συγκεκριμένων πράξεων της διοίκησης του ιδρύματος». Πιστεύω λοιπόν ότι οφείλουμε να ζητήσουμε από αυτή τη θέση την εναρμόνιση των διατάξεων του Σχεδίου Νόμου με την εισηγητική έκθεση. Στο νομοσχέδιο εμφανίζεται ένα Συμβούλιο που καθορίζει κατευθύνσεις ανάπτυξης του Ιδρύματος, εγκρίνει τον προϋπολογισμό, εκλέγει (επιλέγει) και παύει τον Πρύτανη, ορίζει δίδακτρα για τα ΠΜΣ. Αυτά συνιστούν πράξεις διοίκησης. Κατά τη γνώμη μας, το Συμβούλιο πρέπει να έχει αποκλειστικά ελεγκτικό και εποπτικό χαρακτήρα και όχι συνδιοικητικό, όπως προτείνεται. Την πρόταση για την έκδοση του Οργανισμού του Ιδρύματος πρέπει να την κάνει η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου μετά από γνώμη του Συμβουλίου και όχι το αντίθετο όπως προτείνεται στο σ/ν. Την έγκριση του εσωτερικού κανονισμού πρέπει να την κάνει επίσης η Σύγκλητος. Υπό την προτεινόμενη μορφή του, το Συμβούλιο διοικεί χωρίς να ελέγχεται, εκλέγει (επιλέγει) και παύει τον Πρύτανη και τους Κοσμήτορες, εισάγει τη διαρχία στη διοίκηση του Πανεπιστημίου με εξωτερικό Πρόεδρο, ενώ τελικά δεν λογοδοτεί σε κανένα. Εφόσον «συν- διοικεί», συγκροτούμενο και από εξωτερικά μέλη, οι αρμοδιότητές του προσκρούουν προδήλως στο άρθρο 16Σ, όπως τονίζει και η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων συνταγματολόγων.
Στο σ/ν η Σύγκλητος μετατρέπεται σε ένα διακοσμητικό όργανο, ικανό πλέον να διατυπώνει απλή γνώμη με μόνη ουσιαστική αρμοδιότητα τη χάραξη της ερευνητικής πολιτικής του Ιδρύματος και την έγκριση των χρηματοδοτούμενων ερευνητικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Η δεύτερη παρατήρησή μου αφορά στον Πρύτανη και στην εξαιρετικά ελλειμματική δημοκρατική νομιμοποίησή του στην ανάδειξή του, καθώς και στην ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του. Είναι προφανές ότι ο Πρύτανης που προβλέπει το νομοσχέδιο δεν είναι «ο Ακαδημαϊκός ηγέτης» αλλά ένα πρόσωπο του οποίου η ανάδειξη γίνεται από ένα όργανο ολιγομελούς σύνθεσής (15/μελές ή 11/μελές), μη επαρκώς αντιπροσωπευτικό. Ο Πρύτανης ως μονοπρόσωπο όργανο λειτουργεί τελικά σύμφωνα με το σ/ν ως εντολοδόχος του Συμβουλίου, το οποίο και έχει τη δυνατότητα να τον παύσει· λειτουργεί, δηλαδή, σε πλήρη εξάρτηση από τα εσωτερικά και εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου, με αδύναμη ή ανύπαρκτη νομιμοποιητική βάση.
Αναλογιστείτε κυρίες και κύριοι βουλευτές ότι στην εκκίνηση της ανάδειξης των Οργάνων ενός ελληνικού Πανεπιστημίου, η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν θα γνωρίζει ούτε ποιοι ούτε βάσει ποιού σχεδίου και προγράμματος θα διοικήσουν το Ίδρυμα. Στην αρχή εκλέγονται τα εσωτερικά μέλη με άμεση ψηφοφορία, τα οποία επιλέγουν τα εξωτερικά του Συμβουλίου και τέλος το 11/μελές ή 15/μελές Συμβούλιο επιλέγει ένα Πρύτανη, οποίος κατά το σ/ν είναι «καθηγητής αναγνωρισμένου κύρους ΑΕΙ της ημεδαπής ή της αλλοδαπης με ελληνική ιθαγένεια και γνώση της ελληνικής γλώσσας!!!». Παραβλέπουν προφανώς οι συντάκτες του σ/ν ότι η τυχόν εκλογή, ως Πρύτανη, προσώπου που δεν ανήκει στο ακαδημαϊκό σώμα του οικείου Ιδρύματος, έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς το άρθρο 16 §5 εδ. α’ Συντ., αφού ένα τέτοιο πρόσωπο δεν θα είχε κανένα σύνδεσμο προς τη συγκεκριμένη ακαδημαϊκή κοινότητα και τις υποθέσεις του συγκεκριμένου Ιδρύματος, τις οποίες θα καλούνταν να διαχειρισθεί. Επιπροσθέτως, φαντάζομαι ότι ο αν ο Πρύτανης είναι καθηγητής άλλου ελληνικού ΑΕΙ ή της αλλοδαπής θα παρέχει δωρεάν τις υπηρεσίες του στο Ίδρυμα που εκλέχθηκε, εφόσον δεν προβλέπεται στο σ/ν ουδεμία αποζημίωση για το έργο του….
Το παραπάνω σχήμα δεν είναι μόνο δημοκρατικά ελλειμματικό αλλά και διοικητικά ατελέσφορο. Πρύτανης χωρίς νομιμοποίηση, άφωνη Σύγκλητος, Συμβούλιο Ιδρύματος σε επιλεκτική συνδιοίκηση, και Πρόεδρος Συμβουλίου εξωτερικός, είναι η καλύτερη συνταγή για να περάσουμε από το «γηρασμένο αυτοδιοίκητο» σε ένα ταραχώδες και επιζήμιο Α-διοίκητο των Πανεπιστημίων.
Έχουμε κατ’ επανάληψη προτείνει την άμεση εκλογή του Πρύτανη από την πανεπιστημιακή κοινότητα, ή τουλάχιστον από το σώμα των καθηγητών. Μόνο αυτή η εκλογή συνδυάζεται με την υποχρέωση λογοδοσίας του Πρύτανη απέναντι στο Συμβούλιο και στη Σύγκλητο για πράξεις και παραλείψεις του, εξασφαλίζει στον Πρύτανη αυξημένη αντιπροσωπευτικότητα και νομιμοποίηση, τον ισχυροποιεί απέναντι σε ενδεχόμενες πιέσεις, απελευθερώνει από εξωτερικές εξαρτήσεις και τον υποχρεώνει να σέβεται και να εξισορροπεί με διαφάνεια και έλεγχο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Η τρίτη παρατήρηση αφορά στους Κοσμήτορες. Σύμφωνα με το σ/ν ο Κοσμήτορας συγκεντρώνει αρμοδιότητες που σήμερα έχουν ο Πρύτανης και ο Πρόεδρος του Τμήματος, αλλά και συλλογικά όργανα όπως είναι η Σύγκλητος και η Γενική Συνέλευση του Τμήματος. Συνιστά το πλέον συγκεντρωτικό διοικητικά και ακαδημαϊκά μονοπρόσωπο όργανο του Πανεπιστημίου. Επιλέγεται και αυτός από το Συμβούλιο, επιβλέπει τα προγράμματα σπουδών, συγκροτεί μόνος τις επιτροπές εκλογής (επιλογής κατά το σ/ν), εξέλιξης και αξιολόγησης των καθηγητών και προΐσταται της Κοσμητείας, διευθύνει δηλαδή όλη την ακαδημαϊκή και διοικητική δομή της Σχολής. Πρόκειται για την απόλυτη εφαρμογή του ιεραρχικού μοντέλου. Οι καθηγητές και τα προγράμματα Σπουδών του Ιδρύματος θα εξαρτώνται άμεσα από τον Κοσμήτορα, ο οποίος δε θα ελέγχεται παρά μόνο από το Συμβούλιο που τον επέλεξε.
Προτείνουμε την εκλογή του Κοσμήτορα από τους καθηγητές της Σχολής.Θεωρούμε ότι είναι πέρα από κάθε έννοια συνταγματικής νομιμότητας η μη εκλογή του Κοσμήτορα από τα μέλη του διδακτικού προσωπικού που ανήκουν στην οικεία Σχολή και διδάσκουν στα επιμέρους Προγράμματα Σπουδών. Προτείνουμε, επίσης, η ανάδειξη στη θέση του Κοσμήτορα να είναι δυνατή και για αναπληρωτές καθηγητές σε Σχολές στις οποίες ο αριθμός των καθηγητών πρώτης βαθμίδας είναι μικρότερος των δέκα. Ας αναλογιστούμε τον κίνδυνο εξάρτησης, συναλλαγής, αδιαφάνειας και ευνοιοκρατίας όταν σε μια μικρή Σχολή από τους τρείς ή τέσσερεις υπηρετούντες καθηγητές πρώτης βαθμίδας επιλέγεται ένας για Κοσμήτορας με θητεία τεσσάρων ετών. Η αυθεντία της έδρας θα ενσωματωθεί επικίνδυνα στο ιεραρχικό μοντέλο διοίκησης. Εξάλλου η πρόβλεψη ξεχωριστής δομής για την Κοσμητεία της Σχολής μεταπτυχιακών Σπουδών εγείρει ερωτηματικά ως προς την αποξένωση των μεταπτυχιακών από τις προπτυχιακές Σπουδές.
Επίσης, ως προς τη σύσταση ΝΠΙΔ, θεωρούμε πως το νέο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπερβαίνει κατά πολύ τους σκοπούς τόσο των στερούμενων νομικής προσωπικότητας ειδικών λογαριασμών έρευνας όσο και των νομικών προσώπων αξιοποίησης και διαχείρισης της περιουσίας των AEI. Αν κανείς συνεκτιμήσει το εύρος τωνπεριουσιακών στοιχείων και των σκοπών, καθώς και την ποικιλία των δραστηριοτήτων του νέου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που προβλέπεται στοάρθρο 58 του σχεδίου νόμου, θα διαπιστώσει ότι αυτό το νομικό πρόσωπο καλύπτει σχεδόν όλεςτις βασικές πτυχές (εκπαιδευτικές, ερευνητικές κ.λπ.)της πανεπιστημιακής δράσης και έχει πρόσβαση σεευρείας προέλευσης χρηματοδότηση, εκτός της πενιχρής κρατικής ενίσχυσης που προορίζεται για το μητρικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Τέλος μία επιγραμματική και καταληκτική παρατήρηση για τις μεταβατικές διατάξεις του σ/ν και την παύση των εκλεγμένων πρυτανικών αρχών.
Οι ασφυκτικές προθεσμίες εκκίνησης και ολοκλήρωσης των διαδικασιών για την ανάδειξη των νέων αρχών και οργάνων δεν θα αποδειχθούν ικανές να καταργήσουν το αξιακό σύστημα της αυτοτέλειας, της συμμετοχής, της αντιπροσώπευσης και τελικά της Δημοκρατίας στο Πανεπιστήμιο. Η πανεπιστημιακή κοινότητα εμπεριέχει στον γενετικό της κώδικα την αυτοτέλεια των ιστορικών, αυτοθεσπιζόμενων συλλογικών οντοτήτων. Γι’ αυτό και η αποτελεσματικότητα του Πανεπιστημίου μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε συνθήκες Δημοκρατίας και ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Αυτό το Πανεπιστήμιο θέλουμε να γίνει καλύτερο και αξιότερο. Από όλους τους παράγοντες αυτής της μεταρρύθμισης (πολιτική ηγεσία, παντός είδους ειδικοί, διεθνείς εμπειρογνώμονες) μόνο οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είναι αυτοί που θα κληθούν να υλοποιήσουν και να λειτουργήσουν το νέο μοντέλο..
Πόσο αισιόδοξοι μπορεί να είμαστε σήμερα για την αποτελεσματική λειτουργία της μεταρρύθμισης όταν, μήνες τώρα, έχουν απαξιωθεί και λοιδορηθεί Πανεπιστήμια, πανεπιστημιακοί, πρυτάνεις, όργανα και ηγεσίες; Μεταρρύθμιση πάνω σε ερείπια και χωρίς τη σύμπραξη της πανεπιστημιακής δεν έχει μέλλον. Ζητάμε, στις συζητήσεις που θα γίνουν στην επιτροπή και την ολομέλεια, να ληφθούν υπόψη οι προτάσεις των Πανεπιστημίων και να μην ψηφισθεί το σ/ν στην παρούσα μορφή του.
Τέλος, θεωρώ χρέος μου αντί να αναφερθώ στην αντισυνταγματική παύση εκλεγμένων πρυτανικών αρχών -κάποιοι εξ αυτών εξελέγησαν μόλις πριν ένα μήνα για θητεία τεσσάρων ετών για να μεταβληθούν ξαφνικά σε εφορευτικές επιτροπές των νέων Συμβουλίων- να τοποθετηθώ ενώπιον σας στη θέση περί «βολεμένων» που αντιδρούν στη μεταρρύθμιση.
Είναι «βολεμένοι» οι σημερινοί Πρυτάνεις της μιας και μοναδικής θητείας; Τι έχουν να χάσουν; Το υπόλοιπο διάστημα της θητείας τους; Αν οι σημερινοί Πρυτάνεις είχαν πραγματικά νοοτροπία «βολέματος», τότε θα ακολουθούσαν μια εντελώς διαφορετική στάση: θα έδιναν την πλήρη, ενθουσιώδη και άκριτη υποστήριξή τους σε αυτό το Σχέδιο Νόμου, προσδοκώντας σε νέους συσχετισμούς δυνάμεων. Αυτό επιτάσσει η νοοτροπία του «βολέματος» και χωρίς να χρειάζεται πλέον η υποστήριξη των «αμαρτωλών» -για ορισμένους- φοιτητικών παρατάξεων.
Απλώς, κυρίες και κύριοι βουλευτές, οι σημερινοί Πρυτάνεις φαίνεται πως δεν «βολεύονται», γιατί ίσως υπηρετούν πραγματικά το δημόσιο Πανεπιστήμιο και γι’ αυτό, ευτυχώς, «φταίει» η Δημοκρατία της πανεπιστημιακής κοινότητας που τους εξέλεξε.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.